Με τον όρο πράξη αναφερόμαστε σε μία θετική ενέργεια η οποία οδηγεί στην τέλεση του εγκλήματος π.χ. πυροβολισμός. Αντίθετα, με την παράλειψη δεν έχουμε θετική ενέργεια, αλλά παράλειψη τέλεσης κάποιας ενέργειας η οποία θα απέτρεπε το αποτέλεσμα. Η μη αποτροπή του αποτελέσματος τιμωρείται όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ατόμου να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος (αρ. 15 ΠΚ). Η νομική υποχρέωση πρέπει όμως να προκύπτει από κάπου, δηλαδή είτε να το ορίζει ο νόμος ή να προκύπτει από μια σύμβαση η οποία τη θεμελιώνει, είτε να προκύπτει από προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. Για παράδειγμα, παράλειψη υφίσταται όταν με σύμβαση κάποιος υποχρεούται να παρέχει υπηρεσίες φροντίδας προς έναν υπερήλικα και να του δίνει τη φαρμακευτική του αγωγή, αλλά παραλείπει να του δώσει την ημερήσια δόση με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατό του.
Επομένως, από τα παραπάνω βλέπουμε ότι εφόσον η ενέργεια και η παράλειψη μπορούν αμφότερες να οδηγήσουν σε αξιόποινο αποτέλεσμα, ο νόμος τις εξισώνει ως προς τον αξιόποινο χαρακτήρα, δηλαδή η παράλειψη αντιμετωπίζεται σαν να ήταν ενέργεια.
Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπου έχουμε παράνομη πράξη η οποία έχει αιτιώδη συνάφεια με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Μπορεί ωστόσο να υπάρχει άρση του αδίκου της πράξης, η οποία θεμελιώνεται στα άρθρα 20 έως 25 ΠΚ. Άρση του αδίκου μπορεί να υπάρχει για παράδειγμα σε περίπτωση άμυνας (αρ. 22 ΠΚ), η οποία προϋποθέτει μία επίθεση παρούσα και άδικη από τον επιτιθέμενο, η οποία προσβάλει το έννομο αγαθό (π.χ. τη ζωή) του αμυνόμενου ή τρίτου. Μπορούμε λοιπόν να έχουμε προσβολή του επιτιθέμενου για άμυνα είτε υπέρ εαυτού είτε υπέρ τρίτου.
Προϋπόθεση όμως στο να είναι νόμιμη η άμυνα είναι η προσβολή του επιτιθέμενου με το ηπιότερο μέσο το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην αποτροπή του αποτελέσματος, γεγονός που εξαρτάται από την ένταση της ίδιας της επίθεσης αλλά και από τις υπόλοιπες περιστάσεις. Ηπιότερο μέσο πρόσφορο και κατάλληλο προς την αποτροπή του αποτελέσματος υπάρχει λόγου χάριν αν το αποτέλεσμα μπορεί να αποτραπεί με σπρωξιά και όχι με πυροβολισμό. Αν υπάρχει ηπιότερο μέσο και δεν χρησιμοποιηθεί, δηλαδή ο αμυνόμενος πυροβολήσει χωρίς να είναι αναγκαίο, ενώ και με άλλα μέσα θα απέτρεπε την επίθεση, τότε θα έχουμε υπέρβαση της άμυνας (αρ. 23 ΠΚ), περίπτωση στην οποία εξετάζουμε αν υπήρχε πρόθεση υπέρβασης του αναγκαίου μέτρου, αμέλεια ή αν η υπέρβαση αποτέλεσε απόρροια ταραχής ή φόβου.
Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος θεμελιώνεται στην υπαιτιότητα του δράστη η οποία απορρέει είτε από δόλο είτε από αμέλεια. Ο δόλος διακρίνεται σε άμεσο, όπου ο δράστης επιθυμεί και γνωρίζει το αποτέλεσμα, αναγκαίο, όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα και το αποδέχεται ως βέβαιη συνέπεια, δεν επιθυμεί όμως απαραιτήτως αυτό καθαυτό και σε ενδεχόμενο, όπου ο δράστης δεν επιδιώκει το αποτέλεσμα, το προβλέπει ως πιθανό και το αποδέχεται (αρ. 27 ΠΚ).
Η υπαιτιότητα δεν υφίσταται μόνο με την επιθυμία του δράστη να προβεί στην παράνομη δράση και στην έλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος, αλλά μπορεί να θεμελιωθεί από αμέλεια (αρ. 28 ΠΚ), στην οποία εκλείπει το στοιχείο της θέλησης. Η αμέλεια θεμελιώνεται όταν δεν υπάρχει η καταβολή δέουσας επιμέλειας, η οποία λογίζεται ως η επιμέλεια που καταβάλλει ο μέσος άνθρωπος στην εκάστοτε περίσταση. Για παράδειγμα, αν ο μέσος δικηγόρος προβαίνει σε συγκεκριμένες διαδικασίες ώστε να γίνει ευνοϊκότερη η θέση του πελάτη του και κάποιος δικηγόρος παραλείπει να προβεί στις ενέργειες αυτές χωρίς όμως να το επιθυμεί, έχουμε αμέλεια, καθώς δεν προέβη σε πράξεις που όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει με γνώμονα την επιμέλεια που προσφέρει ο μέσος δικηγόρος. Η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη, όταν κάποιος βλέπει ως πιθανή τη συνέπεια της έλλειψης επιμέλειας και πιστεύει ότι το αποτέλεσμα δε θα συμβεί. Ασυνείδητη είναι η αμέλεια όταν ο δράστης δεν προβλέπει καν το αποτέλεσμα ως πιθανό. Στην αμέλεια αφενός εξετάζουμε αν υπάρχει εμφανές σφάλμα ως προς το αποτέλεσμα, ήτοι εξωτερική αμέλεια και στη συνέχεια κοιτάμε αν το υποκείμενο προέβλεψε ή όχι ως πιθανό το αποτέλεσμα.
Ο καταλογισμός της αξιόποινης πράξης μπορεί να αρθεί (αρ. 31 επ.) σε περιπτώσεις όπως η νομική πλάνη (αρ. 31 ΠΚ), η κατάσταση ανάγκης (αρ. 32 ΠΚ), η αδυναμία αποφυγής του αδίκου (αρ. 33 ΠΚ) και η ανικανότητα προς καταλογισμό (αρ. 34 ΠΚ). Για παράδειγμα, όταν ο δράστης βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης πανικού, σχιζοφρένειας ή άλλης κατάστασης στην οποία επηρεάζεται η κριτική του ικανότητα, λογίζεται ότι δεν είναι ικανός να κατανοήσει το άδικο της πράξης στην οποία προβαίνει. Προσοχή όμως, δεν αίρεται ο καταλογισμός όταν κάποιος προμελετημένα όταν βρισκόταν σε κανονική ψυχική κατάσταση αποφάσισε να τελέσει μία πράξη φέροντας τον εαυτό του σε διατάραξη της συνείδησής του κατά την τέλεσή της. Για παράδειγμα, εάν κάποιος λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για σχιζοφρένεια και αποφασίσει να μη λάβει την αγωγή του ώστε να διαπράξει ένα έγκλημα κατά τη διάρκεια κρίσης προκληθείσας λόγω της μη λήψης της φαρμακευτικής αγωγής, δεν αίρεται ο καταλογισμός, αλλά λογίζεται ότι ο δράστης έπραξε με δόλο.
Τέλος, αν ο καταλογισμός δεν εκλείπει σε ολοκληρωτικό βαθμό αλλά έχει μειωθεί σημαντικά (αρ. 36 ΠΚ), δεν αίρεται ο καταλογισμός, όμως επιβάλλεται μειωμένη ποινή λόγω της μειωμένης συνείδησης.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ - ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet.gr





