Δήλωση Παράστασης πολιτικής αγωγής από την Τράπεζα καθώς και από τον πολίτη του οποίου τα στοιχεία χρησιμοποίησαν για την εκταμίευση δανείων.
Εκτός από το σκοπό παραπλανήσεως, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος.
Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη.
Απαιτείται αντικειμενικά η από τον υπαίτιο κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του Π.Κ.), είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με την θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του.
Ο δράστης (αυτουργός) πρέπει να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του.
Επί υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης υπέβαλε στον αρμόδιο υπάλληλο τα ψευδή στοιχεία για την έκδοση της ψευδούς βεβαιώσεως, ανεξαρτήτως του πότε επήλθε το αποτέλεσμα, πότε, δηλαδή, έλαβε την ψευδή αυτή βεβαίωση.
Η πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από το ποινικό Δικαστήριο, εκτιμάται ελευθέρως με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
Η κρίση περί του αν η προξενηθείσα από την πράξη της πλαστογραφίας ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απαιτείται όμως να προσδιορίζεται το μέγεθος της ζημίας, χωρίς να απαιτείται άλλη αιτιολογία ή να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο θεωρεί ότι η συγκεκριμένη ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αλλά ασαφής, η αιτιολογία, αφού αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται στο κατηγορητήριο, αόριστα, ενώ δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα εγκλήματα για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000