Ο αρραβώνας αποτελεί ποσό το οποίο δίδεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης προς κάλυψη του ενδεχομένου της έλευσης της ζημίας από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (402 ΑΚ). Είναι λοιπόν ένα μέσο με το οποίο ο οφειλέτης διασφαλίζει ότι θα αποδώσει την παροχή στο δανειστή, για αυτό και αν δεν εκτελέσει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητάς του είτε θα χάσει τον αρραβώνα που έδωσε, ενώ ο δανειστής αποδίδει διπλάσιο αρραβώνα από αυτόν που έλαβε, αν πρόκειται για μη τήρηση της σύμβασης από το δανειστή (403 ΑΚ).
Από τα δύο αυτά άρθρα του Αστικού Κώδικα καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο αρραβώνας καταβάλλεται εκ των προτέρων, δηλαδή ex ante, προτού επέλθει το αποτέλεσμα της αθέτησης της σύμβασης. Επομένως το μέρος στο οποίο αποδίδεται ο αρραβώνας έχει διασφαλιστεί εκ των προτέρων για περιπτώσεις υπαίτιας αδυναμίας παροχής, ενώ ο καταβάλλων τον αρραβώνα γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό που θα χάσει αν δεν εκτελέσει τη σύμβαση. Στην περίπτωση που εκτελείται κανονικά η σύμβαση, ο αρραβώνας επιστρέφεται στο μέρος που τον απέδωσε.
Η ποινική ρήτρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπόσχεση ανάμεσα στον οφειλέτη και το δανειστή, εφόσον ο οφειλέτης υπόσχεται, δηλαδή δεσμεύεται να αποδώσει στο δανειστή ένα χρηματικό ποσό ή κάποια άλλη παροχή στην περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας παροχής (404 ΑΚ). Κατά συνέπεια αποτελεί διττή ασφάλιση του δανειστή: ο δανειστής ασφαλίζεται τόσο στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν αποδίδει το συμφωνηθέν, αλλά και στην περίπτωση που η παροχή δεν είναι προσήκουσα (π.χ. συνοδεύεται από πραγματικό ή νομικό ελάττωμα).
Διαφορά ποινικής ρήτρας-αρραβώνα
Η ειδοποιός διαφορά της ποινικής ρήτρας από τον αρραβώνα είναι το γεγονός ότι ο αρραβώνας καταβάλλεται εκ των προτέρων, ενώ η ποινική ρήτρα ex post. Από τη μία η ποινική ρήτρα αποτελεί προληπτικό μέτρο εφόσον αποθαρρύνει τα μέρη από το να αθετήσουν τη σύμβαση. Από την άλλη όμως αποτελεί ταυτόχρονα κατασταλτικό μέτρο που έρχεται να διορθώσει τη ζημία η οποία έχει επέλθει από υπαίτια αδυναμία παροχής από τον οφειλέτη ή από την έλευσή του σε υπερημερία, με το να μην αποδώσει την παροχή στον ορισμένο τόπο και χρόνο, με τις συμφωνηθείσες ιδιότητες. Χαρακτηριστικό είναι όμως ότι η ποινή δεν καταπίπτει, δηλαδή δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που ο δανειστής υφίσταται ζημία από την αθέτηση της σύμβασης, αλλά αυτοδικαίως με την αθέτηση της σύμβασης, ακόμη κι αν ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (405 ΑΚ).
Μπορεί να απαιτήσει ο δανειστής και την παροχή και την καταβολή της ποινικής ρήτρας;
Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: την συμφωνία ποινικής ρήτρας για περιπτώσεις μη εκπλήρωσης της παροχής, δηλαδή ολικής αδυναμίας παροχής και την συμφωνία ποινικής ρήτρας για περιπτώσεις μη προσήκουσας και μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, δηλαδή για περιπτώσεις σχετιζόμενες με ελαττώματα στην παροχή και με την προσφορά της παροχής από τον υπερήμερο οφειλέτη.
Στην πρώτη περίπτωση η απάντηση είναι όχι, δηλαδή ο δανειστής τη στιγμή που απαιτεί την ποινή που κατέπεσε με τη μη εκπλήρωση της παροχής χάνει το δικαίωμα να απαιτήσει την ίδια την εκπλήρωση της παροχής (406 ΑΚ). Αν ο δανειστής αντί για εκπλήρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης, μπορεί να απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, καθώς και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία.
Στη δεύτερη περίπτωση όπου η παροχή δεν είναι αδύνατη, ο δανειστής δύναται να απαιτήσει τόσο την καταβολή της ποινικής ρήτρας όσο και την εκπλήρωση της παροχής. Δικαιούται επίσης να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία, από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση (407 ΑΚ).
Κι αν η παροχή είναι άκυρη;
Η ποινική ρήτρα δεν αποτελεί την κύρια σύμβαση, είναι παρεπόμενη υποχρέωση του οφειλέτη, επομένως αν πάσχει από ακυρότητα η υπόσχεση της παροχής, δηλαδή η κύρια υπόσχεση του οφειλέτη, είναι άκυρη και η ποινική ρήτρα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της υπόσχεσης (408 ΑΚ).
Δυσαναλογία ποινικής ρήτρας
Αν το ορισθέν στην ποινική ρήτρα ποσό είναι δυσανάλογο τότε μειώνεται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη από το δικαστήριο, στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει (409 ΑΚ).
Πώς ορίζουμε το τι είναι δυσανάλογο;
Το αν η ποινική ρήτρα αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή αποτελεί πρόσφορο μεν μέσο για την εκπλήρωση του σκοπού όμως δεν αποτελεί το ηπιότερο δυνατό μέτρο που μπορεί να ληφθεί ώστε να επέλθει το αποτέλεσμα το καταλαβαίνουμε από παράγοντες όπως: το ύψος της συμφωνηθείσας παροχής σε σχέση με το ποσό της ποινικής ρήτρας, ο βαθμός υπαιτιότητας του αθετήσαντος τη σύμβαση, η οικονομική κατάσταση των μερών, το ύψος της ζημίας του δανειστή.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





