Την 1η Ιανουαρίου 1808, τέθηκε σε ισχύ στη Γαλλία, επί Μεγάλου Ναπολέοντα, ο Γαλλικός Εμπορικός Κώδικας καταργώντας (με τα τέσσερα βιβλία του) τα προνόμια των εμπόρων και των συντεχνιών, που μέχρι τότε ίσχυαν βάσει προγενέστερων νομοθετημάτων, προσδιορίζοντας πλέον το Εμπορικό Δίκαιο στην Γαλλία ως δίκαιο των εμπορικών πράξεων και συναλλαγών. Ακολούθως, επί βασιλέως Όθωνα στην Ελλάδα, τέθηκαν σε ισχύ, με το Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Απριλίου 1835, επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, τα τρία πρώτα βιβλία του Γαλλικού Εμπορικού Κώδικα για το χερσαίο εμπόριο, το θαλάσσιο εμπόριο και τη διαδικασία πτώχευσης. Επιπροσθέτως, στις 2 Μαΐου 1835, εκδόθηκε το Βασιλικό Διάταγμα 2/14.5.1835 «περί αρμοδιότητας εμποροδικείων», καθορίζοντας κατά το αντικειμενικό σύστημα (και κατά το γαλλικό πρότυπο) την έννοια των εμπορικών πράξεων και της εμπορικότητας.
Τα παραπάνω νομοθετήματα απετέλεσαν τον κορμό του ελληνικού εμπορικού δικαίου, το οποίο στην πορεία των χρόνων συμπληρώθηκε από νεότερους νόμους για τις εμπορικές εταιρείες, τον ανταγωνισμό, τα αξιόγραφα, τη βιομηχανική ιδιοκτησία κτλ.
Κατά το άρθρο 2 (χερσαίο εμπόριο) του Βασιλικού Διατάγματος 2/14.5.1835: «Ο νόμος θεωρεί πράξεις εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, είτε διά να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, ή κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα, είτε επί σκοπώ να μισθώση απλώς την χρήσιν αυτών· πάσαν επιχείρησιν χειροτεχνιών, παραγγελίας ή μετακομίσεως διά γης ή δι’ ύδατος· πάσαν επιχείρησιν προμηθείας, πρακτορείας, πλειστηριάσεως και δημοσίων θεαμάτων· όλας τας κολλυβιστικάς, τραπεζιτικάς και μεσιτικάς εργασίας· όλας τας εργασίας των δημοσίων Τραπεζών ·όλας τας μεταξύ εμπόρων και τραπεζιτών υποχρεώσεις· τας συναλλαγματικάς και τας από τόπου εις τόπον αποστολάς χρημάτων, οποιοιδήποτε και αν είναι οι συναλλαττόμενοι».
Κατά το άρθρο 3 (θαλάσσιο εμπόριο) του Βασιλικού Διατάγματος 2/14.5.1835: «Ο νόμος θεωρεί επίσης πράξεις εμπορικάς: πάσαν επιχείρησιν κατασκευής και πάσαν αγοράν, πώλησιν ή μεταπώλησιν πλοίων, προς την εντός ή εκτός του Κράτους ναυτιλίαν χρησίμων· όλας τας θαλασσίας αποστολάς· πάσαν αγοράν ή πώλησιν αρμένων, εξαρτίων και ζωοτροφιών· πάσαν ναύλωσιν· παν ναυτικόν δάνειον, όλα τα περί ασφαλειών συναλλάγματα και όσα άλλα αφορώσι την ναυτικήν εμπορίαν· όλας τας περί μισθώσεως του πληρώματος συμφωνίας και συμβάσεις· όλας τας προς υπηρεσίαν εμπορικών πλοίων μισθώσεις ναυτικών».
Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, όπου στην ελληνική εμπορική νομοθεσία του 1835 γίνεται αναφορά σε «προϊόντα γης», δεν εννοούνται τα γεωργικά προϊόντα, τα οποία έως πρόσφατα εξαιρούνταν της εμπορικότητας, αλλά τα κινητά πράγματα εν γένει. Επίσης ο όρος «επιχείρησις» στο Βασιλικό Διάταγμα 2/14.5.1835 δεν χρησιμοποιείται με τη σύγχρονη έννοιά του, αλλά αναφέρεται σε κάθε πράξη που έχει εμπορικό χαρακτήρα. Σε γενικές γραμμές, ο νόμος ορίζει ότι μια (οικονομική) δραστηριότητα που εμπεριέχει το στοιχείο της διαμεσολάβησης, της επιδίωξης κέρδους και της ανάληψης κινδύνου είναι εμπορική. Εκτός αυτού τα ελληνικά δικαστήρια χαρακτηρίζουν μια πράξη κατ’ αναλογία εμπορική, όπως έχουν αποφανθεί για τη «χερσαία ασφάλιση», η οποία δεν αναφέρεται στο άρθρο 2 του Βασιλικού Διατάγματος 2/14.5.1835, αλλά κρίνεται δικαστικά ως εμπορική πράξη κατ’ αναλογία της «θαλάσσιας ασφάλισης», δυνάμει του άρθρου 3 του Βασιλικού Διατάγματος 2/14.5.1835. Εξίσου κατ’ αναλογία των πράξεων του θαλάσσιου εμπορίου θεωρούνται εμπορικές οι πράξεις του αεροπορικού εμπορίου.
Στην έννοια της εμπορικότητας εμπίπτουν, αποτελώντας αντικείμενο του εμπορίου, τα κάθε είδους κινητά πράγματα, οι διάφοροι τίτλοι και αξιόγραφα, (ως επί το πλείστον) τα λεγόμενα άυλα αγαθά (σήμα, πνευματική ιδιοκτησία, επωνυμία, πληροφορία, προσδοκία κτλ.) και οι φυσικές δυνάμεις (αέρας, θερμότητα, ηλεκτρισμός κτλ.) όταν αυτές περιορίζονται και εξουσιάζονται.
Βάσει της ελληνικής εμπορικής νομοθεσίας, καταρχήν το αντικείμενο (και όχι το υποκείμενο) της πράξης προσδιορίζει τον εμπορικό της χαρακτήρα. Αν -δυνάμει του νόμου- μια πράξη δεν είναι εμπορική, το υποκείμενό της, όταν είναι έμπορος, μπορεί να της προσδώσει εμπορικό χαρακτήρα εφόσον η πράξη διενεργείται για να ικανοποιηθούν αποκλειστικά ανάγκες της εμπορίας. Για παράδειγμα, η πρόσληψη υπαλλήλου για να εργαστεί στο κατάστημα ενός εμπόρου είναι εμπορική πράξη, σε αντίθεση με την πρόσληψη οικιακής βοηθού για να εργαστεί στο σπίτι του. Συνεπώς, όποια πράξη εμπόρου συνδέεται άμεσα και στενά με τη διενέργεια μιας εμπορικής πράξης (κατά το αντικειμενικό σύστημα), μπορεί και αυτή να χρισθεί εμπορική, βάσει υποκειμενικών κριτηρίων, εφόσον διενεργείται από υποκείμενα δικαίου που έχουν την εμπορική ιδιότητα και δεν αφορά σε αμιγώς αστικές πράξεις φυσικών προσώπων (υιοθεσία, διαθήκη, γονική παροχή κτλ.)ή σε δημοσιονομικές σχέσεις (φορολογία, κοινωνική ασφάλιση κτλ.)
Ως εκ τούτου, προκύπτει μαχητό τεκμήριο εμπορικότητας, που καταρρίπτεται (κατόπιν ανταποδείξεως) είτε από τις περιστάσεις είτε από δηλώσεις του εμπορευόμενου ότι δεν ασκεί τη συγκεκριμένη πράξη με πρόθεση εμπορίας. Αμάχητο αντιθέτως θεωρείται το τεκμήριο εμπορικότητας όταν η σχετική πράξη διενεργείται από νομικά κυρίως πρόσωπα (εμπορικές εταιρείες) που έχουν εκ του νόμου την εμπορική ιδιότητα. Εξίσου εμπορικές μπορούν να χρισθούν και οι πράξεις που, έχοντας στοιχεία εμπορικότητας, διενεργούνται από μια οργανωμένη επιχείρηση ως οικονομική ενότητα παραγωγικών μέσων (εργασία, κεφάλαιο κ.ο.κ.), μολονότι από άποψης δικαίου η επιχείρηση δεν θεωρείται υποκείμενο δικαίου.
Ομοίως έχουν χαρακτηριστεί νομολογιακά ως εμπορικές πράξεις τόσο γεωργικές και εξορυκτικές δραστηριότητες (π.χ. σε μεγάλη γεωργική μονάδα, σε αλυκές) όσο και η εργολαβία και η εμπορία ακινήτων ή άλλα ελευθέρια επαγγέλματα όταν ασκούνται από (οργανωμένες οικονομικά) επιχειρήσεις (εταιρείες).
Επομένως, κατά το αντικειμενικό σύστημα, η ιδιωτική πρωτοβουλία και η προβλεπόμενη στον Αστικό Κώδικα ελευθερία των συμβάσεων αποκλείονται από τον προσδιορισμό της εμπορικότητας. Για παράδειγμα, οι πράξεις που σχετίζονται με τα αξιόγραφα της συναλλαγματικής, του γραμματίου εις διαταγήν και της επιταγής (έκδοση, οπισθογράφηση κ.ο.κ.) είναι -δυνάμει του νόμου- πρωτότυπα εμπορικές πράξεις, ανεξάρτητα αν η νόμιμη αιτία τους είναι αστική ή εμπορική πράξη.
Στην Ελλάδα άμεσα ο νόμος και έμμεσα τα δικαστήρια (βάσει του άρθρου 107 ΚΠολΔ, καταρτίζοντας τα ελληνικά δικαστήρια τον δικανικό συλλογισμό τους, ερευνούν αυτεπαγγέλτως τον εμπορικό χαρακτήρα μιας πράξης) αποφαίνονται αν μια βιοτική σχέση ανάγεται σε εμπορική έννομη σχέση, όπερ σημαίνει ότι μια βιοτική σχέση ρυθμίζεται από το Εμπορικό Δίκαιο και παράγει έννομα αποτελέσματα, δηλαδή δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα οποία προβλέπονται από τους κανόνες του Εμπορικού Δικαίου χάριν του εμπορίου. Δεδομένου ότι οι εμπορικές συναλλαγές διαφοροποιούνται από τις αστικές συναλλαγές, αναπόφευκτο είναι να διαφοροποιούνται και οι έννομες συνέπειες των σχετικών με αυτές δικαιοπραξιών κατά το ουσιαστικό, το δικονομικό ή το φορολογικό δίκαιο.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





