«Έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικάς και κύριον επάγγελμα έχουν την εμπορίαν». Τάδε έφη το άρθρο 1 του (Κώδικα) Εμπορικού Νόμου, δηλαδή το Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Απριλίου/1ης Μαΐου 1835. Εντούτοις, νομολογιακά τουλάχιστον έχει γίνει αποδεκτό ότι δεν είναι απαραίτητο η εμπορία να αποτελεί το κύριο ή το αποκλειστικό επάγγελμα του εμπορευόμενου, ώστε να του προσδώσει την εμπορική ιδιότητα• ούτε απαιτείται η εμπορία να γίνεται αδιαλείπτως. Επομένως η τέλεση των εμπορικών πράξεων αρκεί να είναι περιοδική (θερινή εκμετάλλευση) ή παράλληλη με κάποιο άλλο επάγγελμα (καλλιτεχνία). Σε κάθε περίπτωση η εμπορία συνίσταται σε μια σταθερή, επαναλαμβανομένη, οργανωμένη (εξωτερική) δραστηριότητα που αποσκοπεί στον βιοπορισμό του εμπορευομένου. Αντιθέτως, όποιος ασκεί την εμπορία περιστασιακά ή με σκοπό την αναψυχή του (ως χόμπι) δεν αποκτά την εμπορική ιδιότητα, όπως επίσης δεν την αποκτά (και) όποιος εργάζεται για έναν έμπορο ή όποιος τυγχάνει αντιπρόσωπός του (και δεν είναι ήδη έμπορος). Να σημειωθεί ότι οι δικηγόροι ή οι δημόσιοι υπάλληλοι, που εκ του νόμου έχουν επαγγελματικό ασυμβίβαστο, ασκώντας επαγγελματικά το εμπόριο ως έμποροι, ενδεχομένως να τιμωρηθούν πειθαρχικά σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων ή τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα.
Τα φυσικά πρόσωπα για να αποκτήσουν την εμπορική ιδιότητα πρέπει να έχουν συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ και το άρθρο 241 ΑΚ, το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους και συγχρόνως να έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Συνεπώς δεν γίνεται έμπορος ο ανήλικος που βρίσκεται υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία ή όποιος ενήλικος τελεί σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 1666 ΑΚ).
Ένας καστανάς, ένας λαχειοπώλης, οποιοσδήποτε πλανόδιος μικροπωλητής δεν αποκτά την εμπορική ιδιότητα -επομένως δεν μπορεί και να πτωχεύσει- επειδή η συνυφασμένη με τη δραστηριότητά του κερδοφορία είναι εξ αρχής περιορισμένη• ως εκ τούτου αυτή η επαγγελματική δραστηριότητα θεωρείται (περισσότερο) αμειβόμενη εργασία. Δεν αποκτούν επίσης την εμπορική ιδιότητα το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εκείνα τα νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού δικαίου), τα οποία εκ του καταστατικού τους δεν μπορούν να έχουν κερδοσκοπικό σκοπό.
Στα νομικά πρόσωπα η εμπορικότητα κρίνεται με βάση τον (καταστατικό και) πραγματικό σκοπό τους και όχι το σύνηθες επάγγελμα που φυσικά μόνο τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να έχουν και να ασκούν. Στα κεφαλαιουχικά (εμπορικά) νομικά πρόσωπα ορίζεται εκ του νόμου ότι αποκτούν την εμπορική ιδιότητα, με τη σύστασή τους, ανεξάρτητα από τις πράξεις που ενεργούν και τους σκοπούς τους. Για την Ανώνυμη Εταιρεία, την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης και την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία ο νόμος ορίζει ότι είναι εμπορικές, δηλαδή ότι έχουν την εμπορική ιδιότητα, ακόμη και αν ο σκοπός τους δεν είναι η άσκηση εμπορικής επιχείρησης. Για τα υπόλοιπα φυσικά ή νομικά πρόσωπα αποδεικνύεται (δικαστικά), με μάρτυρες και με τεκμήρια, αν και κατά πόσο η εμπορία ασκείται (από κάποιον) κατά σύνηθες επάγγελμα. Εντούτοις οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών αποκτούν την εμπορική ιδιότητα συμμετέχοντας απλώς στην Ομόρρυθμη ή Ετερόρρυθμη Εταιρεία. Σε αντίθεση με τους ομόρρυθμους Εταίρους, οι ετερόρρυθμοι εταίροι Ετερόρρυθμης Εταιρίας, όπως και οι διαχειριστές Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης και οι μέτοχοι ή τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Ανώνυμης Εταιρίας δεν γίνονται έμποροι λόγω της συμμετοχής τους στα εταιρικά σχήματα.
Επισημαίνεται ότι όποιος αποκτήσει στην Ελλάδα την εμπορική ιδιότητα εγγράφεται υποχρεωτικά στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και στα (περιφερειακά) Επιμελητήρια.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





