Με το νομοσχέδιο που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εργασίας, προβλέπεται η αύξηση από 1/10/2015 των μισθών των υπαλλήλων σε 650 ευρώ και των ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών σε 29,05 ευρώ. Από 1/07/2016 οι μισθοί των υπαλλήλων αυξάνονται σε 751,39 ευρώ και τα ημερομίσθια των εργατοτεχνιτών σε 33,57 ευρώ.
Στο νομοσχέδιο όμως το σημαντικότερο είναι ότι προβλέπεται η αποκατάσταση του πλαισίου περί συλλογικών διαπραγματεύσεων και η ισχυροποίηση του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), καθώς καταργούνται μνημονιακές ρυθμίσεις που στην ουσία κατέστησαν ανενεργές τις συλλογικές συμβάσεις στην αγορά εργασίας.
Με τις διατάξεις του νομοσχεδίου όχι μόνο αποκαθίστανται οι ρυθμίσεις του Ν.1876/1990 αλλά ενισχύονται ακόμη περισσότερο.
Έτσι στα πλαίσια των ανωτέρω επισημαίνουμε τα σημεία του νομοσχεδίου από τα οποία προκύπτει ότι σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των μισθών–ημερομισθίων, θα αποτελέσουν πλέον οι συλλογικές συμβάσεις και οι διαιτητικές αποφάσεις από τις οποίες θα προκύψουν αυξήσεις μεγαλύτερες από αυτές που καθορίζονται νομοθετικά.
Καθιερώνεται η υποχρέωση των εργοδοτικών οργανώσεων για διαπραγμάτευση ανεξάρτητα αν υπάρχει ρητή σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους.
Αίρεται η αναστολή της δυνατότητας επέκτασης των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων, καθώς ο Υπουργός Εργασίας θα έχει τη δυνατότητα να κηρύσσει υποχρεωτικές τις συλλογικές συμβάσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αυτές θα δεσμεύουν και αυτούς που δεν ανήκουν στις συμβαλλόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Επαναφέρεται η πλήρης μετενέργεια των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων έξι μήνες μετά από τη λήξη τους, με δυνατότητα παράτασής της σε περίπτωση προσφυγής στον ΟΜΕΔ.
Δεν μπορούν να συναφθούν πλέον επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις με ενώσεις προσώπων αλλά μόνο με συνδικαλιστικά σωματεία εργαζομένων πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια. Όπως προκύπτει από τα μέχρι σήμερα στοιχεία του ΟΜΕΔ ,οι επιχειρησιακές ΣΣΕ που συνάπτονται με ενώσεις προσώπων είναι ο κύριος μηχανισμός μειώσεως των αποδοχών των εργαζομένων (σε επίπεδο συλλογικών συμβάσεων).
Αυτό συμβαίνει διότι οι ενώσεις προσώπων δεν έχουν την διαπραγματευτική ισχύ των συνδικαλιστικών σωματείων των εργαζομένων ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν συγκροτηθεί υπό πίεση ή και με πρωτοβουλία της εργοδοτικής πλευράς, με σκοπό τη μείωση των αποδοχών.
Σε αυτό συνηγόρησε και το ισχύον νομοθετικό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο, οι επιχειρησιακές σσε υπερισχύουν σε σχέση με άλλες συλλογικές συμβάσεις έστω και αν έχουν δυσμενέστερους όρους.
Με τις διατάξεις του νέου νομοσχεδίου αποκαθίσταται η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο, καθώς σε περίπτωση συρροής κλαδικής ,ομιλικής (σε επίπεδο ομίλων επιχειρήσεων) ή επιχειρησιακής σ.σ.ε , υπερισχύει και εφαρμόζεται αυτή που είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο, ρύθμιση που εναρμονίζεται πλήρως με τις γενικότερες αρχές της προστασίας των μισθωτών.
Οι ανωτέρω σ.σ.ε θα υπερισχύουν έναντι της ομοιοεπαγγελματικής σ.σ.ε, ως ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις που αφορούν ένα συγκεκριμένο κλάδο, συγκεκριμένο όμιλο ή συγκεκριμένη επιχείρηση.
Επανέρχεται η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ (Μεσολάβηση –Διαιτησία).
Σημαντικότατη η συγκεκριμένη ρύθμιση, καθώς η μη προσφυγή του άλλου μέρους μέχρι σήμερα, απέτρεπε την παρέμβαση της Διαιτησίας και στην ουσία στερούσε τη δυνατότητα του καθορισμού των εργασιακών όρων, με συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις.
Δημιουργείται σώμα εμπειρογνωμόνων που θα συνδράμει με τεχνικές εκθέσεις το έργο των μεσολαβητών/διαιτητών μετά από αίτημά τους.
Κατά το στάδιο της μεσολάβησης καθιερώνεται η υποχρέωση προσκόμισης από την εργοδοτική πλευρά των απαραίτητων στοιχείων και πληροφοριών που θα ζητήσει ο μεσολαβητής, ενώ στην περίπτωση της μη ανταπόκρισης στη συγκεκριμένη υποχρέωση, επιβάλλονται από το ΣΕΠΕ και μετά από εισήγηση του μεσολαβητή, διοικητικές κυρώσεις κατά της εργοδοτικής πλευράς.
Είναι πράγματι νομοθετική καινοτομία η επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας κατά το στάδιο της μεσολάβησης για την σύναψη σ.σ.ε καθώς ο ΟΜΕΔ δεν δύναται θεσμικά να εισηγείται ή να επιβάλλει κυρώσεις σήμερα, και είναι ενδεικτικό της νομοθετικής θωράκισης του θεσμού που επιδιώκουν οι διατάξεις του νομοσχεδίου.
Στη μεσολάβηση και στη διαιτησία θα συνεκτιμάται στο εξής όχι μόνο η εν γένει οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων αλλά και το πραγματικό εισόδημα του εργαζόμενου καθώς και η αγοραστική δύναμη του εργαζόμενου. Αυτό σημαίνει ότι με δεδομένη την χαμηλή αγοραστική αξία των σημερινών μισθών, οι συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις στο εξής θα καθορίζουν ονομαστικούς μισθούς(καθώς και ημερομίσθια) ανώτερους από τους νομοθετικά καθοριζόμενους ,ακόμη και από αυτούς που διαμορφώνονται την 1/10/2015 και 1/07/2016.
Όπως ρητά ορίζεται, τα νομοθετικώς καθοριζόμενα κατώτατα όρια μισθών–ημερομισθίων θα ισχύουν μόνο αν δεν προβλέπονται ανώτερα (ευνοϊκότερα) όρια αυτών, με διατάξεις της ΕΓΣΣΕ.
Οι όροι της ΕΓΣΣΕ ακόμη και οι μισθολογικοί, θα είναι δεσμευτικοί για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους καθώς καταργούνται μνημονιακές διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.4093/2012 (ΥΠΟΠΑΡΑΓ.ΙΑ 11).
Τέλος στην ευθύνη των κοινωνικών εταίρων επανέρχεται η απόφαση για προσαύξηση των μισθών και ημερομισθίων λόγω προϋπηρεσίας των εργαζομένων, καθώς αίρεται το μνημονιακό πάγωμα των ωριμάνσεων(προϋπηρεσίας )των εργαζομένων.
Άλλωστε οι όροι εργασίας και αμοιβής στην αγορά εργασίας θα ρυθμίζονται με διαπραγματεύσεις-συμφωνίες μέσω των συλλογικών συμβάσεων, με την καθοριστική συνδρομή σε περίπτωση διαφωνιών ενός πανίσχυρου θεσμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ





