Με το άρθρο τέταρτο του Ν.4303/2014 καθορίζεται η διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική (αντίθετη στο άρθρο 22, παράγραφος 2 του Συντάγματος)η κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία για την επίλυση εργασιακών θεμάτων (αποδοχές , επιδόματα, χρονικά όρια εργασίας, άδειες κ.λ.π) που προέβλεπαν οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/28.2.2012 –(ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ν.4046/2012).
Οι νέες διατάξεις ορίζουν:
Ο μεσολαβητής καλεί τα μέρη σε κοινές συζητήσεις, προβαίνει σε κατ΄ιδίαν ακρόαση των μερών επί των αιτιολογημένων προτάσεων των και αντιπροτάσεων τους για την κατάρτιση της ΣΣΕ, που καταχωρούνται συνοπτικά σε πρακτικό μεσολάβησης, εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά και προβαίνει σε εξέταση προσώπων και σε οποιαδήποτε έρευνα σχετική με τους όρους εργασίας, συνεπικουρούμενος από έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες της επιλογής του.
Η προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία των μερών.
Είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς α) από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον το άλλο μέρος αρνήθηκε τη μεσολάβηση β)από οποιοδήποτε μέρος μετά την υποβολή της πρότασης μεσολάβησης.
Η διαιτησία διεξάγεται από έναν διαιτητή ή από Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αν το ζητήσει ένα εκ των μερών. Στην περίπτωση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, διεξάγεται από την Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας.
Η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους που τίθενται σε αυτή και οι οποίοι δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της εργατικής νομοθεσίας.
Στη διαιτητική απόφαση διατυπώνονται ρητώς όλοι οι κανονιστικοί όροι. Κανονιστικοί όροι άλλων εν ισχύ συλλογικών ρυθμίσεων εξακολουθούν να ισχύουν με τη διαιτητική απόφαση. Η πληρότητα της αιτιολογίας ελέγχεται δικαστικά.
Κατά της απόφασης της διαιτησίας οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να ασκήσει έφεση, που κατατίθεται στη γραμματεία του ΟΜΕΔ.
Η προθεσμία της έφεσης είναι δέκα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα διαρκεί έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της έφεσης.
Η έφεση εξετάζεται από Δευτεροβάθμια Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας που απαρτίζεται από δύο μέλη από τον κατάλογο των διαιτητών του ΟΜΕΔ, από έναν Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, έναν Αρεοπαγίτη και από έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, για πρώτη φορά θεσμοθετείται ο δεύτερος βαθμός κρίσης των διαιτητικών αποφάσεων από Πενταμελή Δευτεροβάθμια Επιτροπή Διαιτησίας στην οποία πλειοψηφούν κρατικοί και δικαστικοί λειτουργοί (δύο ανώτατοι δικαστές και ένας Σύμβουλος του Ν.Σ.Κ).
Η αποφασιστική αρμοδιότητα των οργάνων αυτών στην επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας είναι τελείως ξένη προς το σύστημα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων που καθιέρωσε ο Ν. 1876/1990.
Η πρόβλεψη δευτεροβάθμιας επιτροπής εφέσεων με την ανωτέρω σύνθεση στην ουσία καταργεί την συλλογική αυτονομία και πλήττει την ανεξαρτησία και την λειτουργικότητα του συστήματος διαιτησίας όπως οικοδομήθηκε τα προηγούμενα χρόνια μέσα από τον θεσμό του ΟΜΕΔ. Σε μια διαδικασία διαιτησίας δεν εφαρμόζονται απλά κανόνες δικαίου, αλλά επιδιώκεται η εξισορρόπηση αντιτιθέμενων συμφερόντων μέσω διαπραγματεύσεων.
Ο διαιτητής επομένως καλείται να επιτελέσει ένα ρόλο πολύπλευρο και να μπορεί να αντιληφθεί όλες τις συνιστώσες (οικονομικές, κοινωνικές) της διαφοράς και όχι απλά να εφαρμόσει κανόνες δικαίου.
Σύμφωνα με την διάταξη που θεσπίστηκε, οι όροι της διαιτητικής απόφασης δε μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας.
Η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 7 του Ν.1876/1990, σύμφωνα με το οποίο , οι όροι ατομικών συμβάσεων, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας , είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Επίσης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων ου διαπνέει το εργατικό δίκαιο, σύμφωνα με την οποία συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης , αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών δικαίου (νόμοι, ΣΣΕ, κανονισμός, ατομική σύμβαση) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (ΑΠ 175/2013, ΑΠ 464/2012, ΑΠ 5/2011, ΑΠ Ολομ.1/2007, ΑΠ Ολομ.26/2007, ΑΠ 1936/2008, ΑΠ 286/2009, ΑΠ 1022/2006, ΑΠ 874/2004 κ.λ.π).
Σκοπός του εργατικού δικαίου είναι να διασφαλίσει στον εργαζόμενο ένα κατώτατο όριο προστασίας. Παράβαση του κατώτατου ορίου δεν επιτρέπεται, ενώ βελτίωση της προστασίας αυτής υπέρ των εργαζομένων είναι δυνατή, με την εξαίρεση μόνο περιορισμένων ρυθμίσεων που είναι αμφιμερώς αναγκαστικού χαρακτήρα.
Κατά συνέπεια είναι αδιανόητη η νέα ρύθμιση , καθώς οι εργαζόμενοι δικαιούνται να διεκδικούν βελτίωση των όρων εργασίας σε επίπεδα ανώτερα από τα κατώτατα όρια προστασίας που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, σύμφωνα με δικαίωμα που το Σύνταγμα προβλέπει.
Η νέα διάταξη προβλέπει την υποχρέωση αναφοράς σε κάθε διαιτητική απόφαση , του περιεχομένου όλων των κανονιστικών όρων των προηγούμενων ΣΣΕ ή ΔΑ που διατηρούνται σε ισχύ.
Σύμφωνα με πρακτική δεκαετιών , ΣΣΕ που υπογράφονται ή Δ.Α που εκδίδονται περιέχουν ως όρο, ότι κανονιστικοί όροι προηγούμενων ΣΣΕ ή Δ.Α εξακολουθούν και ισχύουν, καθώς αποτελούν κατώτατα όρια προστασίας ανάλογα με το είδος και το πεδίο αναφοράς των ΣΣΕ ή Δ.Α τα οποία ισχύουν για τα δεσμευόμενα μέρη επί σειρά ετών.
Τι πράγματι εξυπηρετεί η συγκεκριμένη αναφορά στη νέα διάταξη.
Αυτό που θα συμβεί στην πράξη είναι ότι κάθε έτος, τα μέρη θα πρέπει να διαπραγματεύονται εξ αρχής κάθε επιμέρους ρύθμιση.
Η υποχρέωση όμως που εισάγεται με τη νέα διάταξη για συνεχή αναφορά των προηγούμενων ρυθμίσεων, οι οποίες χάνουν οποιαδήποτε ισχύ σε περίπτωση που δεν περιληφθούν στο εκάστοτε κείμενο ΣΣΕ ή ΔΑ, θα οδηγήσει στην αθέλητη εξάλειψη ρυθμίσεων , αλλά και θα διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ των μερών.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η νέα νομοθετική ρύθμιση είναι αντίθετη με τους σκοπούς και τις διατάξεις του Ν.1876/1990, ενώ θέτει εμπόδια και προϋποθέσεις που καθιστούν δυσχερή τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία, κατά περέκκλιση της απόφασης αρ.2307/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας και του σκεπτικού της.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ





