Όταν διάταξη νόμου δίνει την δυνατότητα στον εργοδότη κατά την διακριτική του ευχέρεια να περικόψει μονομερώς τις αποδοχές του εργαζόμενου όπως στην περίπτωση λήξης ή καταγγελίας ΣΣΕ-ΔΑ και εφόσον παρέλθει τρίμηνο, να περικόψει επιδόματα της ΣΣΕ διατηρώντας μόνον όσα ορίζονται στον Ν.4046/2012 και ΠΥΣ 6/2012, τούτο το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται άμεσα ή σε εύλογο χρονικό διάστημα. Διαφορετικά η συνέχιση καταβολής των αποδοχών στο σύνολό τους μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συμφωνία διατήρησης των αποδοχών, οι οποίες πλέον εφόσον αποτελούν σιωπηρό όρο της ατομικής σύμβασης δεν δύναται να περικοπούν μονομερώς από τον εργοδότη χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου.
Mε τη διάταξη του άρθρου 361Α.Κ ,που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.1876/1990 οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους.
Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο , συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης , αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμοι, ΣΣΕ, κανονισμός, ατομική σύμβαση) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (ΑΠ 175/2013, ΑΠ 464/2012, ΑΠ 5/2011, ΑΠ.Ολομ.1/2007, ΑΠ. Ολομ.26/2007, ΑΠ 1936/2008, ΑΠ 286/2009, ΑΠ 1022/2006, ΑΠ 874/2004 κ.λ.π).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω ,όταν ο εργοδότης δεν προβεί στις μειώσεις των αποδοχών που προβλέπει ο Νόμος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος,έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει τις αποδοχές του μισθωτού ή να τις μειώσει λιγότερο από ότι προβλέπεται,επιφυλασσόμενος να προβεί στις προβλεπόμενες από το Νόμο μειώσεις, μελλοντικώς.
Τούτο μπορεί να γίνει με γνωστοποίηση στον μισθωτό <όρου>με τον οποίο ρητά θα επιφυλάσσεται του δικαιώματος να περικόψει μελλοντικώς τις αποδοχές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Νόμο.
Θα πρέπει ρητά να δηλώνει ότι τα ποσά των επιδομάτων που συνεχίζει να καταβάλλει ενώ θα μπορούσε να περικόψει σύμφωνα με το Νόμο,αποτελούν οικιοθελείς παροχές τις οποίες μελλοντικά δύναται να περικόψει είτε μερικώς είτε ολικώς.
Οι οικιοθελείς παροχές καθίστανται υποχρεωτικές όταν χορηγούνται μακροχρόνια σταθερά και ομοιόμορφα χωρίς επιφύλαξη, ώστε να γεννάται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του εργαζόμενου ως προς τη συνέχιση της καταβολής τους.
Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις της καταβολής της παροχής και της συνακόλουθης αποδοχής της από τον εργαζόμενο, αυτή αποτελεί σιωπηρή συμφωνία που καθίσταται όρος της σύμβασης, από τον οποίο απορρέει υποχρέωση καταβολής της, αφαιρώντας έτσι από την παροχή το χαρακτηρισμό ως ελευθέρως ανακλητής. Παραμένει βέβαια πάντα η δυνατότητα του εργοδότη να αποκλείσει την πιθανότητα νομικής δέσμευσης από την οικιοθελή παροχή, από την έναρξη χορήγησής της, ή τουλάχιστον πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες δεσμευτικότητας μέσω ρητής δήλωσης – επιφύλαξης (ρήτρα ανάκλησης) πάντα σε χρονικό σημείο πριν την διαμόρφωση δεσμευτικής πρακτικής (AΠ 809/2012, ΑΠ 258/2012, ΑΠ 1277/2010, ΑΠ 546/2007, ΑΠ 699/2002, ΑΠ 1202/2002 κ.λ.π}.
Κατά την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων δεν θεωρείται σαφής επιφύλαξη και ούτε λαμβάνεται ως ρήτρα ανάκλησης ο απλός χαρακτηρισμός μιας παροχής ως οικιοθελούς.
Χαρακτηριστική επίσης είναι η απόφαση Α.Π 258/2012 σύμφωνα με την οποία, ρητή επιφύλαξη και επομένως νόμιμη ανάκληση της παροχής, συνιστά ο όρος που τίθεται στην ατομική σύμβαση που υπογράφει ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψη, σύμφωνα με τον οποίο κάθε τι που χορηγείται χάριν ελευθεριότητας, δεν αποτελεί όρο της συμφωνίας και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθεί ή να ανακληθεί από τον εργοδότη, εντός του πλαισίου του Νόμου χωρίς να απαιτείται επαναλαμβανόμενη επιφύλαξη.
ΑΘΗΝΑ 19-02-2014
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ





