Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα στην υπόθεση C-330/22 | Friends of the Irish Environment (Συνολικό επιτρεπόμενο αλίευμα άνω του μηδενός)
Κάθε έτος, το Συμβούλιο καθορίζει αλιευτικές ποσοστώσεις για τα ύδατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο οφείλει να βασίζεται σε επιστημονικές γνωμοδοτήσεις. Για το 2020, η επιστημονική γνωμοδότηση την οποία εξέδωσε το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση της Θάλασσας υπέδειξε ότι απαιτείται ο καθορισμός μηδενικών ποσοστώσεων, μεταξύ άλλων, για τον γάδο, το νταούκι Ατλαντικού και το φασί Ατλαντικού. Ειδάλλως, ο ρυθμός αναπαραγωγής των εν λόγω αποθεμάτων θα εξασθενήσει, με αποτέλεσμα η αλιεία να καταστεί μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα.
Παρά τη γνωμοδότηση αυτή, το Συμβούλιο αποφάσισε, στον κανονισμό με τον οποίο καθόρισε τις αλιευτικές ποσοστώσεις για το 2020 (κανονισμός του 2020) 1, να καθορίσει ποσοστώσεις σε επίπεδα άνω του μηδενός, μεταξύ άλλων, για τον γάδο, το νταούκι Ατλαντικού και το φασί Ατλαντικού, στις περιπτώσεις που τα εν λόγω αποθέματα αλιεύονται ως αναπόφευκτα «παρεμπίπτοντα αλιεύματα» κατά τη διάρκεια αλιευτικών δραστηριοτήτων οι οποίες στην πραγματικότητα «στοχεύουν» άλλα αποθέματα.
Η Ιρλανδία μετέφερε στο εσωτερικό της δίκαιο τις εν λόγω αλιευτικές ποσοστώσεις για τα ύδατά της σύμφωνα με τον ανωτέρω κανονισμό. Η Friends of the Irish Environment, μια ΜΚΟ για την προστασία του περιβάλλοντος, άσκησε προσφυγή στην Ιρλανδία κατά των εν λόγω εθνικών μέτρων μεταφοράς, προσβάλλοντας εμμέσως το κύρος του κανονισμού του 2020 του Συμβουλίου. Ο κύριος ισχυρισμός της είναι ότι ο καθορισμός ποσοστώσεων άνω του μηδενός για τα προμνησθέντα αποθέματα, παρά την αντίθετη επιστημονική γνωμοδότηση, αντιβαίνει στον βασικό κανονισμό της Ένωσης για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική (βασικός κανονισμός ΚΑΠ) 2.
Με τις σημερινές προτάσεις της, η γενική εισαγγελέας Tamara Ćapeta διευκρινίζει ότι, γενικότερα, ο βασικός κανονισμός ΚΑΠ επιτρέπει στο Συμβούλιο να προβαίνει σε στάθμιση μεταξύ των αντικρουόμενων απώτερων στόχων της βιωσιμότητας, αφενός, και των οικονομικών και κοινωνικών επιδιώξεων, αφετέρου, κατά τη θέσπιση των ετήσιων αλιευτικών ποσοστώσεων.
Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης όρισε το 2020 ως την ημερομηνία εντός της οποίας η εμπορική αλιεία στα ύδατα της Ένωσης θα πρέπει να πραγματοποιείται σε βιώσιμα επίπεδα, τούτο δε όσον αφορά όλα τα αποθέματα. Για την επίτευξη του συγκεκριμένου αυτού σκοπού, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν καταλείπει στο Συμβούλιο εξουσία εκτιμήσεως, ώστε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη εκτιμήσεις κοινωνικοοικονομικής φύσης. Ως εκ τούτου, τάσσοντας μια δεσμευτική προθεσμία για τη βιώσιμη αλιεία στα ύδατα της Ένωσης μέχρι το 2020, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε ως σκοπό να εμποδίσει το Συμβούλιο να προκρίνει τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα έναντι του μακροπρόθεσμου γενικού σκοπού της αλιείας σε βιώσιμα επίπεδα.
Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση επιβολής βιώσιμων αλιευτικών ποσοστώσεων ισχύει για όλα τα είδη αλιευμάτων, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ «αλιευμάτων-στόχων» και «παρεμπιπτόντων αλιευμάτων» κατά τον καθορισμό των αλιευτικών ορίων για το 2020 όσον αφορά τα επίμαχα αποθέματα ιχθύων.
Στις προτάσεις της, η γενική εισαγγελέας εκθέτει, επίσης, ότι η εν λόγω νομοθετική επιλογή της επιβολής βιώσιμων αλιευτικών ποσοστώσεων μέχρι το 2020 δεν τροποποιήθηκε από τον κανονισμό για τα Δυτικά Ύδατα 3.
Επομένως, το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως που του παρέχει ο νομοθέτης της Ένωσης, δεδομένου ότι καθόρισε επίπεδα αλιείας άνω του μηδενός για το 2020 όσον αφορά ορισμένα αποθέματα ιχθύων, μολονότι τα επίπεδα αυτά έχουν κριθεί, στη σχετική γνωμοδότηση, ως μη βιώσιμα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει τον κανονισμό του Συμβουλίου εν μέρει ανίσχυρο, στο μέτρο που καθορίζει για το 2020 αλιευτικά όρια άνω του μηδενός όσον αφορά τα επίμαχα αποθέματα στα ύδατα πέριξ της Ιρλανδίας.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η ισχύς του κανονισμού του Συμβουλίου έληξε στο τέλος του 2020, η γενική εισαγγελέας προτείνει να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της κήρυξης του κανονισμού ως ανίσχυρου.
Ειδάλλως, υπάρχει κίνδυνος σοβαρών επιπτώσεων επί μεγάλου αριθμού εννόμων σχέσεων οι οποίες έχουν συναφθεί καλή τη πίστει.
1 Κανονισμός (ΕΕ) 2020/123 του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2020, σχετικά με τον καθορισμό για το 2020 για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα και για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά
ύδατα (ΕΕ 2020, L 25, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός του 2020).
2 Κανονισμός (ΕΕ) 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 354, σ. 22) (στο εξής: βασικός κανονισμός ΚΑΠ).
3 Κανονισμός (ΕΕ) 2019/472 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2019, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου για τα αποθέματα που αλιεύονται στα Δυτικά Ύδατα και στα παρακείμενα ύδατα, και τις αλιευτικές δραστηριότητες εκμετάλλευσης των εν λόγω αποθεμάτων, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/1139 και (ΕΕ) 2018/973, και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1300/2008 (ΕΕ 2019, L 83, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός για τα Δυτικά Ύδατα).
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους.





