Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-57/21 | RegioJet
Το δικαστήριο αυτό οφείλει, εντούτοις, να επιβεβαιώσει ότι η κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων είναι όντως αναγκαία για την εξέταση της αγωγής αποζημίωσης και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας
Τον Ιανουάριο του 2012 η τσεχική αρχή ανταγωνισμού κίνησε διαδικασία με αντικείμενο ενδεχόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως εκ μέρους της České dráhy, του εθνικού σιδηροδρομικού μεταφορέα που ανήκει στο τσεχικό Δημόσιο. Η εν λόγω εικαζόμενη παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού συνίστατο στην εφαρμογή επιθετικής τιμολογιακής πολιτικής στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων στην Τσεχική Δημοκρατία και, ειδικότερα, στη γραμμή Πράγα-Ostrava. Το 2015 η RegioJet, επιχείρηση η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων στη γραμμή αυτή, άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της České dráhy ενώπιον των τσεχικών δικαστηρίων, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υποστήριξε ότι υπέστη από την επίμαχη παράβαση.
Τον Νοέμβριο του 2016 η Επιτροπή κίνησε σχετικώς επίσημη διαδικασία έρευνας, κατόπιν της οποίας η τσεχική αρχή ανταγωνισμού ανέστειλε την ενώπιόν της διαδικασία. Τον Οκτώβριο του 2017, η RegioJet υπέβαλε, στο πλαίσιο της αγωγής αποζημίωσης, αίτημα κοινοποίησης εγγράφων τα οποία εκτιμούσε ότι βρίσκονταν στην κατοχή της České dráhy, σχετικών με την ως άνω αντίθετη προς τους κανόνες ανταγωνισμού συμπεριφορά. Τον Δεκέμβριο του 2018 τα τσεχικά δικαστήρια ανέστειλαν την εκδίκαση της αγωγής αποζημίωσης εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής για την παράβαση που φέρεται να διέπραξε η České dráhy.
Το τσεχικό Ανώτατο Δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας για τις αγωγές αποζημίωσης που συνδέονται με παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού 1, όσον αφορά την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο τέτοιου είδους διαδικασιών. Ειδικότερα, το τσεχικό Ανώτατο Δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάσσουν την κοινοποίηση εγγράφων σχετικών με φερόμενη παράβαση κανόνων του ανταγωνισμού, ενώ έχει ανασταλεί, εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως της Επιτροπής, η σχετική με την εν λόγω διαταγή διαδικασία που αφορά αγωγή αποζημίωσης λόγω της επίμαχης παράβασης.
Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση που ενδέχεται να συγκρούεται με την απόφαση που σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί λόγω φερόμενης παράβασης διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης.
Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, στο μέτρο που τηρείται η απαίτηση αυτή, ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί, καταρχήν, να διατάξει την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων για τους σκοπούς διαδικασίας αποζημίωσης λόγω μιας τέτοιας παράβασης, ακόμη και αν η διαδικασία αυτή έχει ανασταλεί εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής για την ίδια παράβαση. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να επιβεβαιώσει ότι η κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων είναι όντως αναγκαία για την εκτίμηση της επίμαχης αγωγής αποζημίωσης και συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το γεγονός ότι η τσεχική αρχή ανταγωνισμού ανέστειλε την ενώπιόν της διαδικασία λόγω κινήσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, διαδικασίας έρευνας για τα ίδια πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με περάτωση της πρώτης διαδικασίας εκ μέρους της αρχής αυτής. Κατά συνέπεια, μια τέτοια αναστολή της εθνικής διαδικασίας δεν παρέχει στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων των οποίων η διάθεση τελεί υπό την προϋπόθεση περάτωσης από την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιόν της.
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η τσεχική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απαγορεύει στο εθνικό δικαστήριο να διατάξει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον της αρχής ανταγωνισμού, όχι μόνον, όπως προβλέπει η οδηγία, την κοινοποίηση των πληροφοριών «που συγκεντρώθηκαν» ειδικά για τους σκοπούς της διαδικασίας που κίνησε η αρχή ανταγωνισμού, αλλά και όλες τις πληροφορίες «που υποβλήθηκαν» προς τούτο, δεν συνάδει με την οδηγία. Πράγματι, ο σκοπός της εναρμόνισης τον οποίο επιδιώκει η οδηγία θα διακυβευόταν αν τα κράτη μέλη είχαν, όσον αφορά την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων, τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες από τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις της.
Εξάλλου, η οδηγία επιτρέπει στο εθνικό δικαστήριο να διατάξει την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων τα οποία περιέχουν πληροφορίες «που συγκεντρώθηκαν» ειδικά για τους σκοπούς της διαδικασίας που κινήθηκε από την αρχή ανταγωνισμού προκειμένου να εξακριβώσει αν τα σχετικά έγγραφα περιέχουν όντως τέτοιου είδους πληροφορίες. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μεριμνά ώστε η πρόσβαση άλλων ενδιαφερόμενων μερών και τρίτων στα έγγραφα αυτά να παρέχεται μόνον υπό το πρίσμα του αποτελέσματος της ως άνω εξακρίβωσης και σύμφωνα με την οδηγία.
1 Οδηγία 2014/104/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349, σ. 1).
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
To πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της





